Skip to content
Μια βραδιά με τη σκέψη του Μάνου Χατζιδάκι… Εκτύπωση E-mail
Άλλες Δραστηριότητες - 2 Βραδιές για τον Μάνο

Η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Χανίων και η πολιτιστική εταιρεία Κρήτης διοργάνωσαν στις 21 & 22 Σεπτεμβρίου δύο βραδιές για τον Μάνο Χατζιδάκι. Τον μεγάλο δάσκαλο, τα λόγια του οποίου, ακόμη και σήμερα, παραμένουν τόσο επίκαιρα και τα οποία καθιστούν ακόμη πιο αισθητή την απουσία του ανθρώπου εκείνου, που χωρίς φόβο, έλεγε τα πράγματα ως είχαν με λόγο ρηξικέλευθο.

 

 

Στη δεύτερη βραδιά ακουστήκαν θέματα και αποσπάσματα από το συνολικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι με τον Άρη Βλάχο στο πιάνο, αντάξιο της φήμης του και των διεθνών περγαμηνών του και τον Κώστα Θωμαΐδη να εντυπωσιάζει με τη δεξιοτεχνική του ερμηνεία.

 

Στην έναρξη της βραδιάς, ακουστήκαν δύο σχόλια του Μάνου Χατζιδάκι, αποσμάσματα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του στο Τρίτο Πρόγραμμα της ελληνικής ραδιοφωνίας: «Το πρόσωπο του τέρατος κι ο φόβος, μήπως το συνηθίσουμε» και «ο λαχειοπώλης του ουρανού».

 

Τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι μεστά νοήματος, αφαιρετικά και κατακεραυνωτικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης και μετά το τέλος αυτής, αντηχούσαν μέσα μου. Σκέψεις, όπως, ότι κάθε μέρα θα έπρεπε να ακούμε ένα σχόλιο ενός μεγάλου δημιουργού ή ενός φιλοσόφου, προκειμένου να εξασκήσουμε την προσοχή μας και όχι αυτή μπροστά σε ένα μεστό κείμενο να πεταρίζει.

 

Μου έρχονται στο νου τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι: …«Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς. Κι ο εχθρός γεννιέται, δε γίνεται. Μας παρακολουθεί απ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας.

 

Θα σας θυμίσω μία συνομιλία τότε, μέσα στην τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

 

-         Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.

-         Βασίλης, του απαντώ.

-         Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.

 

-         Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτάω στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:

 

-         Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι, λοιπόν, εχθρός. Και μου δίνει μία στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο…»

 

      Έχοντας στο νου μου όλα αυτά και αφού έχω επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό μου να επιστρέψω στο σπίτι μου, βλέπω ένα νεαρό πεσμένο σε κωματώδη κατάσταση στο κέντρο των Χανίων, στα σκαλιά μίας τράπεζας. Καλώ το 166, προκειμένου να ελέγξουν αν ο άνθρωπος έχει ανάγκη ιατρικής φροντίδας.

 

Μου απαντάει μία κυρία με τρόπο ευγενικό, ο οποίος, όμως σύντομα, θα γίνει αναιδής, όταν της αναφέρω, ότι είναι αδύνατο να επιστρέψω, προκειμένου να ελέγξω τι είδους βοήθεια χρειάζεται ο νεαρός. Της αναφέρω, ότι έχω ήδη απομακρυνθεί με το αυτοκίνητο μου. Άλλωστε, δε γνώριζα, μήπως, ο άνθρωπος αυτός που έδειχνε να θέλει βοήθεια, γινόταν επικίνδυνος προς εμένα είτε εγώ προς αυτόν, μετακινώντας τον με τρόπο, που δεν πρέπει. Εκπαιδευμένοι στην παροχή πρώτων βοηθειών είναι, είτε οι τραυματιοφορείς του ΕΚΑΒ, είτε τα σώματα ασφαλείας, για τους οποίους αρμόδια ήταν η ίδια να τους ενημερώσει.

 

Καθώς, βλέπω, ότι η υπάλληλος του Ε.Κ.Α.Β. δεν είναι πρόθυμη να κάνει το καθήκον της, της αναθέτω όλη την ευθύνη της υγείας του ανθρώπου, που βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

 

Το τέρας ορθώνεται, προσπαθώντας να τραφεί από τον φόβο μου, αναφέροντάς μου, ότι έχει καταγράψει τον αριθμό του τηλεφώνου μου.

 

Της αντιπαραθέτω και το ονοματεπώνυμό μου. Όντας, πλέον, κι εγώ τέρας από οργή, τρέφομαι με τον φόβο της αναφέροντας μία απροσδιορίστου υψηλή αρμοδιότητα, αφήνοντας υπονοούμενο, ότι η απροθυμία της να κάνει σωστά τη δουλειά της δε θα μείνει εδώ.

 

Προς στιγμήν, ο τόνος της φωνής της υπαλλήλου γλυκαίνει, υπενθυμίζοντάς μου, για πολλοστή φορά, ότι για να καλέσεις το 166 θα πρέπει πρώτα να βεβαιωθείς, ότι ο ασθενής χρειάζεται όντως βοήθεια και να βεβαιωθείς, επίσης, ότι δεν είναι μεθυσμένος ή ναρκομανής, διότι αυτοί, όπως ισχυρίζεται, δε δέχονται να επιβιβαστούν σε ασθενοφόρο.

 

Της αντιπαραθέτω, ότι σε έναν άνθρωπο που δείχνει αναίσθητος, πιθανόν να μην μπορείς να του ρωτήσεις αν επιθυμεί να επιβιβαστεί σε ασθενοφόρο.

 

Η συνομιλία τελειώνει σε κλίμα τεταμένο.

 

Από περιέργεια, όμως, και προτροπή της συζύγου μου επιστρέφω να δω αν ο άνθρωπος έχει βοηθηθεί από κάποιον ή εν τέλει, χρειαστεί να τον βοηθήσω εγώ.

 

Την ώρα, που φτάναμε έφευγε ένα ασθενοφόρο με τους φάρους αναμμένους και ο νεαρός απουσίαζε. Υποθέσαμε, ότι τελικά όλα έγιναν ως έπρεπε και ότι ο ασθενής διακομίστηκε εγκαίρως στο νοσοκομείο.

 

Εωσότου με καλέσει, πέντε λεπτά αργότερα, η υπάλληλος του Ε.Κ.Α.Β. και με τόνο έντονο και εκφοβιστικό θελήσει κατ’ αρχή να μου τονίσει ότι γνωρίζει τα στοιχεία μου και κατά δεύτερον, να ισχυριστεί, ότι υπήρξε άρνηση διακομιδής από τον ασθενή.

 

Όταν την ενημέρωσα, ότι επέστρεψα και είδα το ασθενοφόρο να φεύγει με τους φάρους αναμμένους και ότι ο νεαρός έλλειπε μου έκλεισε άκομψα το τηλέφωνο.

 

Γυρίζω στο σπίτι μου. Τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι ακόμα βουίζουν στο κεφάλι μου. Θυμάμαι, ότι αυτά τα λόγια τα έχω ξαναδιαβάσει. Ανοίγω το βιβλίο «Τα σχόλια του Τρίτου» και διαβάζω στη σελίδα 57…

…«Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων μ’ ένα ζώο δυνατό που βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω;

 

Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει  και να μας καθοδηγεί;

 

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, η συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;

 

Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος,  που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. 

 

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς. Κι ο εχθρός γεννιέται, δε γίνεται. Μας παρακολουθεί απ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας.»…

 

 

Ακολουθεί το τραγούδι : Το άλογο του Ομέρ Βρυώνη.

 

Σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Από τον κύκλο λαϊκών τραγουδιών για σιωπηλή και κατ' ιδίαν ακρόαση «Τα παράλογα» του Μάνου Χατζιδάκι ερμηνευμένο από την Μελίνα Μερκούρη και τον Διονύση Σαββόπουλο.

 

 

 

Ορφανίδης Παναγιώτης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 

 

 

 

Το κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι προέρχεται από το βιβλίο «Τα σχόλια του Τρίτου» εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ. Αποτελεί απόσπασμα από το κείμενο «Το πρόσωπο του τέρατος κι ο φόβος, μήπως το συνηθίσουμε».

 

(Με απόλυτο σεβασμό στον Μάνο Χατζιδάκι για την αναφορά μου σε μέρος του κειμένου του.)